Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Όταν ο Μιαούλης πολέμησε στην Κίνα


Η Τζίνα έπεισε τον άντρα της τον Τάκη, τις φετινές γιορτές να τις περάσουν λίγο διαφορετικά. Είχε βαρεθεί κάθε χρόνο να πηγαίνουν στο χωριό του Τάκη στα Τζουμέρκα. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και δεν ακολουθούσαν, άρα καθόντουσαν μόνοι με τα γερόντια - τους γονείς του Τάκη - και την οικογένεια της κουνιάδας της, της Χρύσας, που ούτως ή άλλως η Τζίνα δεν πήγαινε μία. Διάβασε λοιπόν σε ένα ένθετο μιας κυριακάτικης εφημερίδας, για κάτι προσφορές ταξιδιών. Πήρε τηλέφωνο στο πρακτορείο, ρώτησε, έμαθε, πλήρωσε με άτοκες δόσεις στην πιστωτική κάρτα και να τους η Τζίνα με τον Τάκη, πέντε η ώρα τα χαράματα, παρέα με άλλους είκοσι αγνώστους τους, να περιμένουν στον Ελ. Βενιζέλος την πτήση της ΤΑΙ για Πεκίνο.
Η πτήση ήταν αφόρητη. Ο Τάκης έμπαινε πρώτη φορά σε αεροπλάνο. Η Τζίνα πιο κοσμοπολίτισσα, είχε μπει άλλες δύο φορές. Μία, που πήγε με την αδελφή της να επισκεφτούν την ανιψιά της, που σπούδαζε μηχανικός αεροσκαφών σε ένα επαρχιακό Πανεπιστήμιο της Αγγλίας, του οποίου παράρτημα υπήρχε και στην Ελλάδα. Και μια δεύτερη, που είχε πάει στην Κω, με σκοπό να περάσει απέναντι στη Νίσυρο, για κάτι βαφτίσια μιας ξαδέλφης της. Όση ώρα πέρασαν στα σύννεφα, ο Τάκης σιχτίριζε την ώρα και την στιγμή που είπε το «ναι» στην Τζίνα. Η δε Τζίνα ξεφύλλισε όλα τα περιοδικά και έκανε μια λίστα ψώνιων για τα duty free της Μπανγκόγκ, όπου ήταν υποχρεωμένοι να περιμένουν τράνζιτ τέσσερις ώρες την πτήση τους για Πεκίνο.
Με τα πολλά, έφτασαν στο Πεκίνο. Τακτοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο και άρχισε ο μαραθώνιος των ξεναγήσεων. Ο Τάκης και η Τζίνα δεν είχαν ιδέα από κινέζικη ιστορία και πολιτισμό. Η μόνη τους επαφή ήταν κάτι σαγιονάρες που είχε αγοράσει η Τζίνα στον Τάκη από τα κινέζικα της Μενάνδρου και ένα γεύμα σε κινέζικο εστιατόριο, που τους είχε κεράσει το αφεντικό του Τάκη στη γιορτή της γυναίκας του. Είχαν μείνει και οι δύο νηστικοί και την επόμενη χρονιά, που η γιορτή δόθηκε σε sushi bar, το ζεύγος δεν παρευρέθηκε. Η επιλογή του ταξιδιού είχε γίνει άλλωστε με καθαρά οικονομικά κριτήρια. Ήταν το φτηνότερο σε αναλογία με τις μέρες παραμονής. Όσο για το φαγητό, είχε φροντίσει γι’ αυτό η Τζίνα. Κουβαλούσε στις αποσκευές τους διαφόρων ειδών κονσέρβες, με έμφαση στα ντολμαδάκια, που ήταν τα αγαπημένα του Τάκη. 
Πρώτη στάση, το σινικό τείχος. Μια μάντρα σαν κι αυτές που κάνανε στα Τζουμέρκα για να μη φεύγουν τα πρόβατα, του φάνηκε του Τάκη. Απλά ήταν σαν πολλές μάντρες μαζί. Ε, και; Απογοητευμένοι από την πρώτη τους επαφή με την Κίνα, νηστικοί και ταλαιπωρημένοι, κατέφυγαν αργά το απόγευμα στο ξενοδοχείο. Άνοιξαν τρεις κονσέρβες και στάνιαραν. Ήταν και το jet lag στη μέση, που δεν τους είχε αφήσει να κοιμηθούν καλά ως τώρα, την έπεσαν λοιπόν από νωρίς και ξύπνησαν την επομένη.
Δεύτερη στάση, η απαγορευμένη πόλη με τα παλάτια και τους βουδιστικούς ναούς. Βαρέθηκαν να μπαίνουν σε ναούς. Μα πόσοι ποια; Κι όλοι ίδιοι. Μ’ έναν χρυσό Βούδα στη μέση. Ούτε ένας χριστιανικός, μέρες που ήταν, ν’ ανάψουν ένα κερί. Ο ένας ήταν ο παλιότερος… άντε να τον δούμε κι αυτόν… ο άλλος ήταν με τον μεγαλύτερο Βούδα στον κόσμο… άντε κι αυτόν… ο τρίτος με τον μεγαλύτερο Βούδα στην Κίνα… άντε… έφτασαν στο ξενοδοχείο πτώματα πάλι. Τρεις κονσέρβες και ύπνο.
Η τρίτη μέρα ήταν αφιερωμένη στα ψώνια. Έκανε χαρά η Τζίνα. Θα άδειαζε τα μαγαζιά με τόσο φτηνές τιμές. Θα αγόραζε γι’ αυτήν, για τις κόρες της, κάτι θα ’παιρνε και για τη Χρύσα, την κουνιάδα της, να της μπει στο μάτι. Γρήγορα όμως, απογοητεύτηκε. Δεν έβρισκε τίποτα αξιόλογο. Μόνο κάτι μεταξωτά υφάσματα, αλλά τι να τα κάνεις, ποιος έραβε στην εποχή μας; Κάτι χρυσούς Βούδες, ξυλόγλυπτα και μασκότ των Ολυμπιακών αγώνων του ’08. Τζίφος. Καλά είχε κάνει ο Τάκης κι έμεινε στο ξενοδοχείο. Τουλάχιστον αυτός τώρα θα ’χε φάει, ενώ αυτή ήταν και νηστική.
Επέστρεψε στο δωμάτιο. Ο Τάκης κοιμόταν. Έφαγε λίγες σουπιές κονσέρβας και μπήκε να κάνει ένα μπάνιο. Για το βράδυ το πρακτορείο τους είχε κανονίσει ένα γεύμα σ’ ένα κυριλέ πλωτό εστιατόριο. Θα πήγαιναν κι αυτοί, μια και η τιμή συμπεριλαμβανόταν στο πακέτο που είχαν προπληρώσει. Δεν θα έτρωγαν βέβαια, αλλά θα πήγαιναν για το χάζι.
Το πούλμαν τους άφησε ακριβώς έξω από το εστιατόριο, που μια και πλωτό, δεν ήταν κάτι άλλο παρά ένα παλιό καράβι. Ήταν βαμμένο κόκκινο και φωτισμένο με χιλιάδες λαμπιόνια. Της Τζίνας κάτι της θύμισε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Ο Κινέζος ξεναγός τους μίλησε σε σπαστά ελληνικά για την ιστορία του. Ήταν ένα πλοίο 60 ετών. Την περίοδο της Πολιτιστικής Επανάστασης έκανε το δρομολόγιο Σουτζόου – Πεκίνο, όπου μετέφερε τρόφιμα και καύσιμα από τη μια μεριά της Κίνας στην άλλη. Ήταν ένα ιστορικό καράβι, που αποτελούσε μια ζωντανή μαρτυρία αυτού του κομματιού της ιστορίας της Κίνας. Είχε το όνομα ενός αγωνιστή της Πολιτιστικής Επανάστασης, του «Γκάο Τζυγού Λη», όνομα που διατηρούσε ως σήμερα και το εστιατόριο. Στο άκουσμα του ονόματος του καραβιού – εστιατορίου και ιδίως σ’ αυτό το τελευταίο «Λη», κάτι ξύπνησε μέσα στην Τζίνα. Αυτό το κάτι που από την αρχή της θύμισε το καράβι, τώρα γινόταν μέσα της ξεκάθαρο. Μα βέβαια, δεν μπορούσε να κάνει τόσο λάθος. 
Όταν ακόμη τα πλοία έπαιρναν το όνομα τους από μυθικά πρόσωπα και ήρωες επαναστάσεων και όχι από εφήμερους τηλεοπτικούς ήρωες, γυναίκες αρχηγών κράτους ή τακτικά αριθμητικά,  υπήρχε ένα πλοίο που το έλεγαν «Μιαούλης». Ο «Μιαούλης» όργωνε το Αιγαίο. Μαζί του ταξίδεψε πολύς κόσμος. Φρικιά της δεκαετίας του ’70, που ανακάλυπταν απάτητες ακτές της άγονης γραμμής. Ταλαιπωρημένοι νησιώτες, που έπρεπε να επισκεφτούν τη μεγαλούπολη για να πάνε σ’ ένα γιατρό. Στρατιώτες, που δεν είχαν μπάρμπα στην Κορώνη για μια πιο ευμενή μετάθεση. Μπρούκληδες, που επέστρεφαν για ένα καλοκαίρι στα πάτρια εδάφη και άλλοι ταλαιπωρημένοι. Μέσα σ’ αυτούς κι η Τζίνα.
Όχι, δεν ήταν φρικιό, ούτε νησιωτοπούλα, ούτε στρατιώτης, ούτε μπρούκλης. Ήταν μια έφηβη που πήγαινε, όπου την πήγαιναν οι γονείς της. Κι οι γονείς της, κάθε καλοκαίρι επισκέπτονταν το νησί απ’ όπου είχε ρίζα η μαμά. Τη Νίσυρο…
Αυτό σήμαινε 24 ώρες προγραμματισμένου ταξιδιού. Και λέμε προγραμματισμένου, γιατί μπορεί να προέκυπταν και τίποτα απρόοπτα στο δρόμο. Μια «κρουαζιέρα» στο Αιγαίο. Αυτό ήταν ένα ταξίδι με τον «Μιαούλη». Στην εφηβεία της λοιπόν και λίγο μετά, η Τζίνα περνούσε κάθε χρόνο δυο εικοσιτετράωρα της ζωής της μέσα στον «Μιαούλη». Ένα να πάνε κι ένα να γυρίσουν. Δυο εικοσιτετράωρα επί περίπου δέκα χρόνια, μας κάνουν είκοσι. Τον είχε μισήσει τον «Μιαούλη». Τόσο πολύ που απ’ όταν παντρεύτηκε δεν ήθελε να ξαναπατήσει στη Νίσυρο. Και μια φορά, που χρειάστηκε να πάει σε κάτι βαφτίσια μιας ξαδέλφης της, πήγε με το αεροπλάνο ως την Κω και μετά πήρε το τουριστικό καραβάκι μέχρι τη Νίσυρο. Κι ας μην υπήρχε πια ο «Μιαούλης» κι ας τον είχαν αντικαταστήσει κάτι «Δημητρούλες» και κάτι «Ροδάνθες». Για τον «Μιαούλη» σαν κάτι να ’χε ακούσει, πως έγινε κάπου στην Ανατολή πλωτό εστιατόριο. Αυτός λοιπόν μπροστά της, ήταν ο «Μιαούλης» και όχι ο «Γκαοτζυγούλης».
Η Τζίνα ήταν πραγματικά αναστατωμένη. Όλη η εφηβεία της ήταν μπροστά της, μασκαρεμένη σε Κινέζα. Ξενύχτια, καλοκαιρινοί έρωτες, ναυτίες, βαπορίσιες μακαρονάδες, αρμύρα,  όλ’ αυτά ερχόταν τώρα ένας Κινέζος, μισή σπιθαμή άνθρωπος, να της πει πως δεν τα ’χε ζήσει. Ε, όχι. Η Τζίνα άρχιζε να φωνάζει πως ήταν όλα ψέματα. Ο «Γκαοτζυγούλης» δεν υπήρχε. Μόνο ο «Μιαούλης» υπήρχε. Δεν ξέρει αν ο «Μιαούλης» πολέμησε και στην Πολιτιστική Επανάσταση, σίγουρα όμως πολέμησε στην Επανάσταση του 1821. Και δεν ξέρει αν πήγε και στη Σουτζόου, αλλά σίγουρα πήγε στη Νίσυρο και θα ’πρεπε να το λένε κι αυτό. Ο Κινέζος ξεναγός τα ’χασε. Δεν ήξερε πως ν’ αντιδράσει. Κι αυτός ότι του ’χαν πει έλεγε. Υπάλληλος ήταν. Άρχιζε να φωνάζει πως δεν ξέρει τίποτα για τον «Μια Ουλή», πως αυτός μόνο για «Γκάο Τζυγού Λη» ξέρει. Οι υπόλοιποι του γκρουπ την πέσανε στη Τζίνα. Πως ήταν άξεστη και άσχετη. Της την είχαν φυλαγμένη, από το τράνζιτ κιόλας, όταν είχε βγάλει τις κονσέρβες κι έτρωγαν με τον Τάκη.
Η Τζίνα με τον Τάκη δεν μπήκαν στον «Μιαούλη» - «Γκάο Τζυγού Λη». Γύρισαν στο ξενοδοχείο και κοιμήθηκαν. Εξάλλου δεν θα έτρωγαν. Το επόμενο πρωί, προφασίστηκαν στον πράκτορα ένα οικογενειακό πρόβλημα στην Ελλάδα και του είπαν πως έπρεπε να γυρίσουν εσπευσμένα. Όση ώρα περίμεναν στη ρεσεψιόν να γίνουν οι απαραίτητες διατυπώσεις, ανακάλυψαν πως στο ξενοδοχείο σέρβιραν ευρωπαϊκό πρωινό. Μπουφέ. Θα μπορούσαν να τρώνε και να καβατζάρουν όση ποσότητα ήθελαν, για να έχουν όλη τη μέρα. Δεν πειράζει όμως και με τις κονσέρβες μια χαρά την είχαν βγάλει. Το μεθεπόμενο πρωί, ήταν στην Αθήνα και το απόγευμα στα Τζουμέρκα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς έκαναν με τα γερόντια και την οικογένεια της Χρύσας. Η Τζίνα έδωσε στη Χρύσα μια κολόνια, αγορασμένη από τα duty free της Μπανγκόγκ και εκθείασε τις ομορφιές του Πεκίνου. Για τον «Μιαούλη» τίποτα. Ο Τάκης συμφώνησε πως ήταν πολύ ωραία, αλλά πως σαν το χωριό σου πουθενά. Όταν η Χρύσα τους ρώτησε γιατί επέστρεψαν πιο γρήγορα, απάντησαν πως τους έλειψαν οι δικοί τους και πως οι γιορτές είναι οικογενειακή υπόθεση.
Το βράδυ, η Τζίνα ονειρεύτηκε τον ναύαρχο Μιαούλη να πολεμάει στην Κίνα. Ήταν ένα ωραίο όνειρο. Το πρωί, δεν το διηγήθηκε σε κανέναν. Έψησε ελληνικό καφέ και άρχισε να βοηθάει την πεθερά της στο μαγείρεμα. Φάγανε κατσίκι και κάτι κονσέρβες που περίσσεψαν από το ταξίδι στο Πεκίνο. Τουλάχιστον στα Τζουμέρκα έτρωγαν καλά.
Την επόμενη χρονιά, δεν τέθηκε θέμα. Ο Τάκης και η Τζίνα πήγαν να περάσουν τις γιορτές στο χωριό του Τάκη. Στα Τζουμέρκα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου