Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Η Vera και το κενό


Το ξυπνητήρι χτύπησε στις εννιά το πρωί. Ξύπνησε με δυσκολία. Το κλίμα στο Παρίσι ήταν βαρύ. Όλοι χρειάζονταν περισσότερες ώρες ύπνο. Κι η Vera το ίδιο. Είχε ανάγκη περισσότερες ώρες ύπνο. Σηκώθηκε, διέγραψε άλλη μια μέρα στο ημερολόγιο της, αυτό με τη φωτογραφία του φίλου της μπροστά στον Τάγο, ντύθηκε, έφυγε. Είχε μάθημα στο Πανεπιστήμιο. Ακολούθησε, όπως κάθε φορά, την ίδια διαδρομή. Μετρό ως την Saint-Placide και μετά ποδαρόδρομος ως την boulevard Raspail. Μέσα στο μετρό - σαν γνήσια Πορτογαλίδα – διάβασε Pessoa κι ένιωσε sodades, νοσταλγίες δηλαδή, για την πατρίδα της, τον φίλο της… Θυμήθηκε τη μέρα που είχε τραβήξει εκείνη τη φωτογραφία του Miguel στον Τάγο, τα μάτια του, τη βόλτα τους στη γέφυρα, ξανά τα μάτια του. Οι sodades της διακόπηκαν βίαια από τη γνώριμη γυναικεία φωνή του μετρό: «Saint-Placide».
Κατέβηκε. Στο δρόμο μέχρι το 54 της λεωφόρου Raspail, αναρωτήθηκε ποιος να ήταν ο κύριος Raspail. Ποτέ ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε αναρωτηθεί. Στο εν τω μεταξύ είχε φτάσει. Ήταν λίγο αργοπορημένη, το μάθημα είχε αρχίσει. Της ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί. Ονειρευόταν βόλτες, ψώνια. Κάθε δέκα λεπτά κοιτούσε το ρολόι της. Δώρο του Miguel στην επέτειο τους των τριών ετών. Η ώρα δεν πέρναγε. Απέναντι της καθόταν ο Alejandro. Της χαμογελούσε κάτω από τα μεξικάνικα μουστάκια του. Έκανε πως δεν τον έβλεπε. Έτσι, θα γλίτωνε ώρες ακατάσχετης μεξικάνικης πολυλογίας. Κατά τ’ άλλα, ήταν πολύ γλυκός. Μπορεί όμως να σου μίλαγε επί ώρες για το πως στα στενά δρομάκια της Santa Cruz εξόντωσε τον ερωτικό του αντίζηλο Jorge και παρά τα τραύματα στα χέρια του, σήκωσε στην αγκαλιά του, την αγαπημένη του Remedios και χάθηκαν στο σκοτάδι, ενώ η σειρήνα της αστυνομίας ακουγόταν στο βάθος. Η Vera έβρισκε ενδιαφέρουσες τις διηγήσεις του, αλλά σήμερα, ειδικά σήμερα, δεν είχε διάθεση. Στο διάλειμμα εξαφανίστηκε στην τουαλέτα. Το δεύτερο μισό πέρασε ακόμη πιο αργά από το πρώτο.
Κάποια στιγμή το μάθημα τελείωσε. Έτρεξε. Βγήκε πρώτη από την αίθουσα. Θα περπάταγε ως τον ποταμό και μετά βλέποντας και κάνοντας. Όμως ο καιρός είχε άλλα σχέδια. Έβρεχε. Η Vera μισούσε τη βροχή. Πόσο μάλλον από τότε που είχε κόψει πολύ κοντά τα μαλλιά της και που για να σταθούν όρθια τους έβαζε ένα κάρο καλλυντικά, που με τη βροχή άφριζαν. Θυμήθηκε ότι ο Miguel δεν την είχε ακόμη δει με κοντά μαλλιά. Άραγε να του άρεσαν; Ποιος να ξέρει;
Είχε ήδη πάρει το δρόμο για το σταθμό του μετρό. Περνώντας από το ακυρωτικό μηχάνημα 2-3 τύποι την έσπρωξαν για να περάσουν κι αυτοί μαζί της. Δεν έδωσε σημασία. Ήταν κάτι που συνέβαινε αρκετά συχνά. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτή στη θέση τους. Περπάτησε κατά μήκος της αποβάθρας. Έφτασε στην άκρη της. Οι οθόνες έλεγαν πως το μετρό θα πέρναγε σε τρία λεπτά. Κοίταξε ακόμη μία φορά το ρολόι της. Από αμηχανία. Γύρισε πίσω της. Είδε το είδωλο της στη τζαμένια πόρτα του αυτόματου πωλητή αναψυκτικών. Τα μαλλιά της είχαν χαλάσει. Δε θα ήθελε να την έβλεπε έτσι ο Miguel. Έκανε να περπατήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στάθηκε. Ήταν πολύ κοντά στο κενό. Πάντα της άρεσε να στέκεται πολύ κοντά στο κενό. Έτσι έκανε κάθε φορά που το είχε αντίκρυ της. Έτσι έκανε στις γέφυρες των ποταμών, έτσι έκανε στους γκρεμούς, έτσι έκανε και στην αποβάθρα του μετρό. Φλέρταρε μαζί του, ποτέ όμως δεν του ενέδιδε. Το γλυκοκοίταζε, του έκλεινε το μάτι και έφευγε.
Το μετρό θα πέρναγε σε ένα λεπτό. Έτσι έλεγε στις οθόνες. Έκλεισε τα μάτια της. Ένιωσε ένα ζευγάρι χέρια στη μέση της. Ή μήπως δύο; Δεν κατάλαβε τίποτα. Ένας ήχος σαν ουρλιαχτό βγήκε από μέσα της. Ένας ήχος από γέλια ανακατεμένος με μια βουή τρόμου έφτασε στ’ αυτιά της. Το μετρό, οι άνθρωποι, οι οθόνες, τα νούμερα, αυτοί που την έσπρωξαν όταν ακύρωνε την κάρτα της, το μετρό, οι ράγες, τα λεπτά, μία κυρία με δύο παιδάκια, η τσάντα της πεταμένη πιο ’κει, οι ράγες, το μετρό, οι ράγες, το μετρό… Σκοτάδι.
Άνοιξε τα μάτια της. Έπιασε το κεφάλι της. Ήταν αχτένιστη. Η κουρτίνα ήταν μισάνοιχτη. Έμπαινε μέσα μια αχτίδα παριζιάνικου ήλιου. Η συγκάτοικος της κοιμόταν σε μια πολυθρόνα με το στόμα ανοιχτό κι ένα βιβλίο στα χέρια. Έκανε να κοιτάξει το ρολόι της. Δεν ήταν όμως στο χέρι της. Οι παλάμες της ήταν γδαρμένες. Θυμήθηκε τα γδαρμένα χέρια του  Alejandro από τις συγκρούσεις του με τον Jorge. Πήγε να γελάσει και τότε κατάλαβε πως πόναγε. Πόναγε παντού. Δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Η Amalia ξύπνησε. Της τα εξήγησε όλα. Πως την έριξαν στο κενό, πως το μετρό σταμάτησε τελευταία στιγμή, πως τη σήκωσαν λιπόθυμη… Η Vera ρώτησε για το ρολόι της. Η Amalia δεν ήξερε τίποτα. Μετά τη ρώτησε αν έπιασαν τους δράστες. Απάντησε αρνητικά. Η Vera χαμογέλασε. Σκέφτηκε πως την είχαν σπρώξει σ’ αυτόν τον έναν εραστή που τον αρνιόταν για χρόνια. Τους χρώσταγε χάρη κατά έναν τρόπο. Κι ας μην το  ήξεραν. Κοίταξε το άδειο χέρι της. Φαντάστηκε το ρολόι πεταμένο στις ράγες. Μοναδική απόδειξη αυτής της μίας ερωτικής τους συνάντησης. Η Vera και ο Miguel. Η Vera και το κενό. Πήγε να ξαναγελάσει, αλλά πόνεσε πολύ. Η Amalia την ρώτησε αν ήθελε κάτι απ’ έξω. Ναι, ένα ζελέ κι ένα λεξικό κυρίων ονομάτων.
Έφτιαξε τα μαλλιά της. Τώρα μάλιστα. Άνοιξε το λεξικό στο  «R». Ra… Ras… Rasp… Raspail François Vincent: Γάλλος πολιτικός, 1794-1878. Καμία παραπάνω πληροφορία. Το έκλεισε. Ένιωσε saudades. Γύρισε το τηλέφωνο προς τη μεριά της και σχημάτισε το νούμερο του Miguel

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου