Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ένας σκιέρ, δύο σκιέρ, τρεις σκιέρ...


Η Δέσποινα γεννήθηκε σ’ ένα νησί του Αιγαίου. Το σπίτι της ήταν σχεδόν πάνω στη θάλασσα. Μεγάλωσε μέσα στην αλμύρα και είχε για φίλους τα στρογγυλά στίγματα που άφηνε το αλάτι στο παράθυρο της. Τα βράδια που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τους μίλαγε κι έπειτα τους μετρούσε μέχρι να την πάρει ο ύπνος.
Μια μέρα έφτασε στο νησί ένας πλανόδιος έμπορος. Το φορτηγάκι του ήταν γεμάτο με τραπεζομάντηλα, υφάσματα, σεντόνια, πετσέτες, κατσαρόλες και ότι άλλο έχει ανάγκη ένα νοικοκυριό. Οι γυναίκες του νησιού έκαναν μεγάλη χαρά. Δεν είχαν ξαναδεί τόσα πολλά και τόσο ωραία πράγματα. Ήταν και σε καλές τιμές κι έτσι έσπευσαν να κάνουν τις αγορές τους. Η μάνα της Δέσποινας έτρεξε κι αυτή. Πήρε ένα καρό τραπεζομάντηλο για την ροτόντα στο σαλόνι, μια κατσαρόλα εμαγιέ για τις ψαρόσουπες, ένα καινούριο μπρίκι για τον καφέ του πάππου και μια κουρτίνα για το παράθυρο της Δέσποινας. Έτσι η Δέσποινα έχασε τους αλμυρούς φίλους της. Πολύ γρήγορα τη θέση τους πήραν κάτι παράξενοι μικροί άνθρωποι, που κοσμούσαν την κουρτίνα. Η μάνα της της είπε πως τους έλεγαν «σκιέρ χιονιού». Έκαναν δηλαδή σκι στο χιόνι. Η Δέσποινα δυσκολευόταν να καταλάβει τι σημαίνει «σκι», μα πιο πολύ δυσκολευόταν να καταλάβει τι σημαίνει «χιόνι».
Ο καιρός περνούσε, η Δέσποινα μεγάλωνε, τα βράδια μιλούσε με τους σκιέρ, τους ζητούσε να μάθει για το χιόνι κι έπειτα τους μετρούσε και κοιμόταν. Όποιος ερχόταν στο νησί από την Αθήνα ή κάποιο άλλο μακρινό μέρος, η Δέσποινα τον ρώταγε αν έχει δει ποτέ του χιόνι. Αν αυτός της αποκρινόταν θετικά, τότε του ζητούσε σαν ξανάρθει στο νησί να της βάλει λίγο σ’ ένα κουτί και να της το φέρει. Τότε αυτός της εξηγούσε πως το χιόνι λιώνει και γίνεται νερό, όμως η Δέσποινα δεν μπορούσε να το καταλάβει και θύμωνε κι έβαζε τα κλάματα. 
Η Δέσποινα μεγάλωσε, έγινε κοπέλα της παντρειάς. Το παιδικό της όμως όνειρο δεν είχε ξεθυμάνει. Ήθελε ν’ αγγίξει λίγο χιόνι.
Ο Αντώνης γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Πελοποννήσου. Το σπίτι του ήταν σχεδόν πάνω στην χιονισμένη κορυφή ενός βουνού. Μεγάλωσε μέσα στο λευκό και είχε για φίλους τα στρογγυλά στίγματα που άφηναν οι νιφάδες στο παράθυρο του. Τα βράδια που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τους μίλαγε κι έπειτα τους μετρούσε μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.
Μια μέρα έφτασε στο χωριό ένας πλανόδιος έμπορος. Το φορτηγάκι του ήταν γεμάτο με τραπεζομάντηλα, υφάσματα, σεντόνια, πετσέτες, κατσαρόλες και ότι άλλο έχει ανάγκη ένα νοικοκυριό. Οι γυναίκες του χωριού έκαναν μεγάλη χαρά. Δεν είχαν ξαναδεί τόσα πολλά και τόσο ωραία πράγματα. Ήταν και σε καλές τιμές κι έτσι έσπευσαν να κάνουν τις αγορές τους. Η μάνα του Αντώνη έτρεξε κι αυτή. Πήρε ένα καρό τραπεζομάντηλο για την ροτόντα στο σαλόνι, μια κατσαρόλα εμαγιέ για τις κοτόσουπες, ένα καινούριο μπρίκι για τον καφέ του πάππου και μια κουρτίνα για το παράθυρο του Αντώνη. Έτσι ο Αντώνης έχασε τους λευκούς φίλους του. Πολύ γρήγορα τη θέση τους πήραν κάτι παράξενοι μικροί άνθρωποι, που κοσμούσαν την κουρτίνα. Η μάνα του του είπε πως τους έλεγαν «σκιέρ θαλάσσης». Έκαναν δηλαδή σκι στη θάλασσα. Ο Αντώνης δυσκολευόταν να καταλάβει τι σημαίνει «σκι», μα πιο πολύ δυσκολευόταν να καταλάβει τι σημαίνει «θάλασσα».
Ο καιρός περνούσε, ο Αντώνης μεγάλωνε, τα βράδια μιλούσε με τους σκιέρ, τους ζητούσε να μάθει για τη θάλασσα κι έπειτα τους μετρούσε και κοιμόταν. Όποιος ερχόταν στο χωριό από την Αθήνα ή κάποιο άλλο μακρινό μέρος, ο Αντώνης τον ρώταγε αν έχει δει ποτέ του θάλασσα. Αν αυτός του αποκρινόταν θετικά, τότε του ζητούσε σαν ξανάρθει στο χωριό να του βάλει λίγη σ’ ένα κουτί και να του τη φέρει. Τότε αυτός του εξηγούσε πως η θάλασσα είναι απέραντη, όμως ο Αντώνης δεν μπορούσε να το καταλάβει και θύμωνε κι έβαζε τα κλάματα. 
Ο Αντώνης μεγάλωσε, έγινε άντρας της παντρειάς. Το παιδικό του όμως όνειρο δεν είχε ξεθυμάνει. Ήθελε ν’ αγγίξει λίγη θάλασσα.
Η Δέσποινα πήρε το πλοίο για τον Πειραιά. Μετά θα έπαιρνε τον ηλεκτρικό για την Αθήνα κι ύστερα το πρώτο λεωφορείο που θα έβρισκε να την οδηγήσει σ’ ένα ορεινό χωριό.
Ο Αντώνης πήρε το λεωφορείο για την Αθήνα. Μετά θα έπαιρνε τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά κι ύστερα το πρώτο πλοίο που θα έβρισκε να τον οδηγήσει σ’ ένα νησί.
Η Δέσποινα κι ο Αντώνης διασταυρώθηκαν στον σταθμό του Πειραιά. Η Δέσποινα ανέβαινε στο τρένο κι ο Αντώνης κατέβαινε.
Η Δέσποινα έφτασε στο χωριό του Αντώνη. Πέρασε έξω από το σπίτι του. Ήταν έξω από το παράθυρο του που πρωτάγγιξε το χιόνι.   
Ο Αντώνης έφτασε στο νησί της Δέσποινας. Πέρασε έξω από το σπίτι της. Ήταν έξω από το παράθυρο της που πρωτάγγιξε τη θάλασσα.
Η Δέσποινα γύρισε στο νησί της κι ο Αντώνης στο χωριό του. Η Δέσποινα ξεκρέμασε την κουρτίνα με τους σκιέρ. Το ίδιο έκανε κι ο Αντώνης. Είχαν πια μεγαλώσει και δεν χρειάζονταν φανταστικούς φίλους, ούτε μετρήματα για να τους πάρει ο ύπνος.   
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου