Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Σούρουπο στο Μοντεβιδέο

1

Το Μοντεβιδέο είναι στην Ουρουγουάη ή στην Παραγουάη;

Η Δήμητρα, η Ειρήνη και η Μαρία άφησαν τα πράγματα τους στο youth hostel και έφυγαν πολύ γρήγορα. Δεν είχαν πολύ χρόνο στη διάθεση τους. Αποτελούσαν κι αυτές ένα μικρό μόνο κομμάτι «των τουριστών της μιας μέρας» που ξεχείλιζαν καθημερινά την πόλη του Μοντεβιδέο. Είχαν λοιπόν κάτι λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες για να δουν την πόλη τη μέρα, να επισκεφτούν κάποιο μουσείο, να δουν την πόλη την νύχτα, να φάνε, να ψωνίσουν αναμνηστικά και… να κοιμηθούν.
Το youth hostel ήταν στην παλιά πόλη, στη ciudad vieja, κοντά στο λιμάνι. Ξεκίνησαν λοιπόν τη βόλτα τους από εκεί. Πολύ γρήγορα κάποιοι ένστολοι τους απαγόρεψαν να περπατάνε στις προβλήτες. Απογοητευμένες αρκέστηκαν να σουλατσάρουν και να βγάζουν φωτογραφίες από την άλλη μεριά του δρόμου. Κατευθύνθηκαν προς τα βάθη της παλιάς πόλης και κατέληξαν στην κλειστή αγορά, στη mercado del puerto, για φαγητό.
Εκεί, τους εξυπηρέτησε ο Daniel, ο χωρίς δόντια σερβιτόρος. Όσο τους σέρβιρε μια τεράστια ποικιλία κρεατικών, συνοδευμένη από τοπικό κρασί, αναγνώρισε στη γλώσσα τους τη γλώσσα του παππού του. Έπιασαν λοιπόν τη συζήτηση για τον Έλληνα ναυτικό παππού του, που ξελογιάστηκε από την Ουρουγουάνα καλλονή γιαγιά του και για τα ξαδέλφια του στη Χαλκιδική. Ο Daniel δεν είχε πάει ποτέ στην Ελλάδα, κάτι που θα ήθελε πολύ. Δεν έχασε λοιπόν την ευκαιρία να την πέσει στη Μαρία, μια και είχε κι αυτή σόι στη Χαλκιδική. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια θα σκέφτηκε. Και γκόμενα και ταξίδι στην Ελλάδα που θα συνοδευόταν με διεκδίκηση ακίνητης περιουσίας. Κι η Μαρία δεν ήταν καθόλου άσχημη. Όπως και να ’χει, η Μαρία δεν υπέκυψε και τα κορίτσια έφυγαν έχοντας αποσπάσει μια έκπτωση στο λογαριασμό και έχοντας δώσει στον Daniel, ένα αόριστο ραντεβού για το βράδυ. 
Οι τρεις φίλες συνέχισαν την εξερεύνηση τους στην πόλη. Συνάντησαν κάτι τύπους με άλογα φορτωμένα με σκουπίδια να τριγυρνάνε στους δρόμους. Αναρωτήθηκαν αν αποτελούσαν τα επίσημα σκουπιδιάρικα της πόλης ή απλώς έψαχναν για σκουπίδια «αξίας», τα οποία θα μεταπουλούσαν. Έβγαλαν μερικές φωτογραφίες και συνέχισαν τη βόλτα τους. 
Πήραν την calle Cerrito, έναν κεντρικό δρόμο με διάφορα αξιοθέατα κατά μήκος του. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και ευτυχώς η ζέστη να υποχωρεί. Το φως ήταν ιδανικό για φωτογραφίες. Magic hour. Κοντοστάθηκαν έξω από ένα μεγαλεπήβολο κτίριο και πόζαραν η μία στην άλλη. Ένας κύριος, που στεκόταν στην είσοδο του κτιρίου, τις πλησίασε. Ήταν ψηλός και κοκαλιάρης, χωρίς δόντια, λίγο τρομακτικός. Άρχισε να τους μιλά ισπανικά, γλώσσα που μόνο η Ειρήνη μπορούσε, περίπου, να καταλάβει. Ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας που στεγαζόταν στο κτίριο. Της εθνικής λοταρίας, κάτι σαν τον ΟΠΑΠ σκέφτηκε η Ειρήνη. Αφού τους συστήθηκε, τις προσκάλεσε μέσα να τους κάνει μια μίνι ξενάγηση του παλιού κτιρίου, αλλά κυρίως να τις μαλώσει. Να τις μαλώσει, που τόσο απροκάλυπτα περπατούν αυτή την ώρα σ’ αυτόν τον τόσο επικίνδυνο δρόμο, κρατώντας τις φωτογραφικές τους μηχανές. Η Ειρήνη μετάφρασε στις φίλες της. Ο ψηλός κύριος τους σύστησε να συνεχίσουν τη βόλτα τους, βάζοντας στην τσάντα τους τις μηχανές τους, μια και τώρα προκαλούν τις παιδικές συμμορίες που τριγυρνάνε στην περιοχή. Τα κορίτσια τον ευχαρίστησαν, βγήκαν από το κτίριο και συνέχισαν τη βόλτα τους. Σχολίασαν το διδακτικό ύφος του ψηλού κυρίου, την υπερβολή με την οποία τόνιζε τις λέξεις και κοντοστάθηκαν για να βγάλουν μερικές ακόμη φωτογραφίες. Το σούρουπο κράταγε ακόμη και έπρεπε να το εκμεταλλευτούν.
Η Ειρήνη πήγαινε μπροστά, η Μαρία ακριβώς πιο πίσω της και η Δήμητρα τελευταία, μια και είχε τη μεγαλύτερη τάση να φωτογραφίζει το οτιδήποτε έβλεπε. Η Μαρία πλησίασε την Ειρήνη και της πρότεινε να περπατάνε και οι τρεις μαζί, μια και αισθανόταν πως δυο πιτσιρίκια τις ακολουθούν. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη της, τρεις στριγκλιές της Δήμητρας τις έκαναν να γυρίσουν πίσω τους και να δουν τη φίλη τους να προσπαθεί να κρατήσει τη φωτογραφική μηχανή της, ενώ τα δύο πιτσιρίκια της την τράβαγαν με δύναμη. Η Ειρήνη και η Μαρία δεν αντέδρασαν. Συγκεκριμένα η Ειρήνη έβγαλε κι αυτή τρεις στριγκλιές, ως συμπαράσταση στην άτυχη φίλη της και η Μαρία πήρε τη στάση «πιγκουΐνος» και παρακολούθησε την εξέλιξη.
Η επόμενη στιγμή τις βρήκε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής να δίνουν κατάθεση. Η Ειρήνη φανερά σοκαρισμένη, σαν σε παραλήρημα, επαναλάμβανε τη φράση: «dos chicos pequeños con blousas con lineas azuleros y rojos», που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «δύο μικρά παιδιά με μπλούζες με κόκκινες και μπλε ρίγες». Οι αστυνομικοί κοίταζαν λίγο μπερδεμένοι, αλλά διαβεβαίωναν τις τρεις κοπέλες πως θα κάνουν ότι μπορούν για να βρουν τους ύποπτους. Στο μεταξύ, το πόδι της Δήμητρας είχε αρχίσει να πρήζεται. Μάλλον το είχε κάπως τραντάξει στην «πάλη» με τα παιδιά.
Το βράδυ τις βρήκε στην ταράτσα του youth hostel. Ούτε αναμνηστικά ψώνισαν, ούτε μουσεία επισκέφτηκαν, ούτε το Μοντεβιδέο τη νύχτα είδαν, ούτε τον Daniel συνάντησαν. Το μόνο που τους έμενε ήταν να κοιμηθούν. Η φωνή του Carlos, του χωρίς δόντια Ουρουγουάνου ρεσεψιονίστ να τραγουδά παίζοντας κιθάρα, το «Bienvenidos en hotel California», δηλαδή μια ισπανική διασκευή της γνωστής επιτυχίας των Eagles
σε συνδυασμό με τον μονότονο ήχο μιας καλοκαιρινής ψιχάλας, τις νανούρισε για τα καλά.
Στη διάρκεια της επιστροφής στο Buenos Aires, τα τρία κορίτσια προέβηκαν σε τρία συμπεράσματα: πρώτον να ακούνε τους ψηλούς κυρίους, δεύτερον πως το Μοντεβιδέο είναι μια φτωχή πόλη, γι’ αυτό και ανθεί η παιδική εγκληματικότητα και γι’ αυτό οι Ουρουγουάνοι έχουν προβλήματα με τα δόντια τους και τρίτον, έπρεπε επειγόντως να πάνε την Δήμητρα σ’ ένα νοσοκομείο και να της πάρουν μια καινούρια φωτογραφική μηχανή.
Λίγο πριν μπουν στο λιμάνι, ένας Αργεντίνος τους διαβεβαίωσε πως οι τύποι με τα άλογα και τα σκουπίδια, δηλαδή οι cartoneros, έρχονται από την επαρχία στην πόλη με σκοπό να μεταπουλήσουν οτιδήποτε αξίας βρουν στους τενεκέδες. Κάπου εκεί και η Ειρήνη συνειδητοποίησε πως το μπλε στα ισπανικά είναι «azul» και όχι «azulero», όπως το έλεγε και το ξανάλεγε στους αστυνομικούς. Azuleros ονομάζονται τα άσπρα και μπλε πλακάκια, που σύμφωνα με μια πορτογαλική τεχνοτροπία εικονογραφούν παραστάσεις από την καθημερινή ζωή προηγούμενων αιώνων. 
Έτσι, εξηγιόταν και το μπέρδεμα στο βλέμμα των αστυνομικών. Τέλος, για μια ακόμη φορά, η Δήμητρα και η Μαρία απάντησαν στην ερώτηση της Ειρήνης, πως το Μοντεβιδέο είναι η πρωτεύουσα της Ουρουγουάης και όχι της Παραγουάης. Και με αυτές τις διαβεβαιώσεις – διαπιστώσεις – απαντήσεις, τα κορίτσια έλυσαν όλες τις απορίες τους και πήραν ένα ταξί για το νοσοκομείο Argerich, το νοσοκομείο που εφημέρευε στην πόλη των καλών αέρηδων. Ή νόμιζαν πως τις έλυσαν όλες… 
2

Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη ή στην Ασία;

Ο Juan ξύπνησε πρωί. Το καλοκαίρι, η ζέστη δεν τον άφηνε να κοιμηθεί μετά τις 6. Έκανε ένα ντους, δόντια δεν είχε για να πλύνει, έφαγε το πρωινό του, ψωμί με dulce de leche και αγνάντεψε τη θάλασσα. Δουλειά έπιανε στις δώδεκα, άρα κανονικά θα είχε όλο το χρόνο δικό του για να χαζέψει. Όμως, είχε να κανονίσει μια δουλειά στην τράπεζα και να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος. Αυτό σήμαινε να περιμένει σε δύο ουρές, βάλε και τα δύο λεωφορεία που έπρεπε να αλλάξει, δηλαδή άλλες δύο ουρές, συνολικά τέσσερις. Έφυγε από το σπίτι του στις οχτώ. Περίμενε στην τράπεζα. Ευτυχώς ήταν ακόμη νωρίς και η ουρά δεν είχε σχηματίσει σαλίγκαρο. Τελείωσε τη δουλειά του και περίμενε το λεωφορείο για την Πλατεία Ανεξαρτησίας. Εκεί, πλήρωσε το ηλεκτρικό ρεύμα – η ουρά σχημάτιζε τρεις σαλίγκαρους - και συνάντησε την αδελφή του, την Josefina. Πέρασε από το πόστο της, κοντά στην πλατεία. Η Josefina είχε ένα τραπεζάκι, μια καρέκλα κι ένα πιεσόμετρο κι έπαιρνε για 5 ουρουγουάνικα pesos την πίεση στους περαστικούς. Έδωσε στον αδελφό της 200 pesos, ως αντίτιμο για τις «υπηρεσίες» του της χθεσινής μέρας και επί τη ευκαιρία, του πήρε την πίεση. Είχε υπόταση. Κατά τις έντεκα, χαιρέτησε την αδελφή του και πήρε θέση στην ουρά του λεωφορείου, με κατεύθυνση την παλιά πόλη. Στις δώδεκα ακριβώς, ήταν στη δουλειά του, στην εθνική λοταρία, στην calle Cerrito. Ήταν θυρωρός.
Μέχρι τις επτά το απόγευμα, η βάρδια του είχε τσουλήσει πολύ βαρετά. Κανείς δεν του είχε ζητήσει τίποτα. Κανείς δεν είχε χρειαστεί τίποτα. Κανείς δεν είχε θελήσει να μπει στον εθνικό οργανισμό για τίποτα. Ήσυχη μέρα. Αναδουλειά.  Σε επτά ώρες είχε μετρήσει να περνάνε: 206 λεωφορεία, 31 cartoneros με τα άλογα τους, 452 περαστικοί και κανένας τουρίστας. Είχε χαζέψει στην τηλεόραση τον «Batman», μεταγλωττισμένο στα ισπανικά. Για τρίτη φορά, μια και του άρεσαν οι ταινίες φαντασίας. Είχε απαντήσει στα τηλέφωνα της Josefina, που στο μεταξύ είχε επιστρέψει σπίτι της και αναρωτιόταν πως πήγαιναν τα πράγματα εκεί, στην calle Cerrito. Είχε ξεσκονίσει κάτι παλιά εκθέματα του οργανισμού. Και είχε πάρει κι έναν ελαφρύ υπνάκο. 
Κατά τις οχτώ, ότι είχε αρχίσει να σουρουπώνει, αντίκρισε στην άκρη του δρόμου, τρία νεαρά κορίτσια – προφανώς Ευρωπαίες τουρίστριες – που χάζευαν, βγάζοντας φωτογραφίες. Επιτέλους, η μέρα αποκτούσε ενδιαφέρον. Τηλεφώνησε στη Josefina. Την ενημέρωσε σχετικά με την άφιξη των τουριστριών. Σ’ αυτόν δεν έμενε παρά να τις καθυστερήσει πέντε λεπτά. Πέντε λεπτά, όσο δηλαδή χρειαζόντουσαν τα ανίψια του, οι γιοι της Josefina, ο Mariano και ο Filippo, να εμφανιστούν στην calle Cerrito.
O Juan φώναξε τα κορίτσια. Τους συστήθηκε και τις ρώτησε από πού είναι. Ευτυχώς η μία καταλάβαινε κάτι λίγα ισπανικά. Ο θεός και η ψυχή της δηλαδή τι καταλάβαινε, γιατί αν καταλάβαινε όπως μιλούσε… Όπως και να’ χει, του απάντησαν πως είναι από την Ελλάδα και ο Juan τις ρώτησε αν η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη ή στην Ασία. Τα κορίτσια του χαμογέλασαν και του είπαν στην Ευρώπη και μάλιστα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως το είχε μαντέψει λοιπόν. Ευρωπαίες. Τους έκανε μια μίνι ξενάγηση του κτιρίου και έπειτα τις μάλωσε που περπατούσαν κρατώντας τις φωτογραφικές μηχανές τους. Τους εξήγησε, πως έτσι ήταν μια ζωντανή πρόκληση για τις παιδικές συμμορίες, που ανθούσαν στην παλιά πόλη. Αυτό ήταν το παιχνίδι του, το κρατούσε κρυφό έως και από τη Josefina. Στατιστικά, οι εννιά στις δέκα περιπτώσεις, δεν έκρυβαν στις τσάντες τους τις μηχανές τους. Ή οι τουρίστες είναι χαζοί ή αυτός δεν τους έπειθε με τον τρόπο του. Του άρεσε να παίρνει το ρίσκο, προκειμένου να επιβεβαιώνει την θεωρία του. Στην τελική, τα ανίψια του μπορούσαν πάντα να δοκιμάσουν και με τις τσάντες.
Αυτό ήταν. Η αποστολή του είχε τελειώσει. Τώρα αναλάμβαναν δράση τα πιτσιρίκια της αδελφής του. Μικρή ψαριά βέβαια η σημερινή. Συνήθως, είχε να χειριστεί τρία με τέσσερα περιστατικά τη μέρα. Χαιρέτησε τα κορίτσια και τα παρακολούθησε από μακριά. Και όπως το είχε μαντέψει, δεν έβαλαν τις φωτογραφικές στην τσάντα τους. Στάθηκαν πιο ’κει και πόζαραν η μία στην άλλη. Μετά από πολύ λίγο, ο Mariano και ο Filippo περνούσαν μπροστά από το κτίριο της Εθνικής Λοταρίας. Φορούσαν αθλητικές μπλούζες με μπλε και κόκκινες ρίγες. Της Barcelona
Προσποιήθηκαν πως δεν γνωριζόντουσαν με τον θείο τους. Μετά από πολύ λίγο, τρεις στριγκλιές ακούστηκαν στην calle Cerrito. Και μετά από τρία δευτερόλεπτα τρεις ακόμη.
Στις εννιά τελείωσε η βάρδια του Juan. Κλείδωσε τη λοταρία και κίνησε για να πάρει το λεωφορείο. Τέτοια ώρα, η ουρά ήταν πάντα μικρή. Το πολύ των είκοσι ατόμων. Έφτασε σπίτι του μετά από τρία τέταρτα της ώρας. Πήρε την Josefina τηλέφωνο να επιβεβαιώσει πως όλα είχαν πάει καλά. Όλα είχαν πάει καλά. Μια φωτογραφική μηχανή μάρκας SONY και διακόσια pesos Αργεντινής.
Ο Juan έφτιαξε για βραδινό τρεις φέτες ψωμί αλειμμένες με dulce de leche - έπρεπε να τρώει γλυκά για να ανεβάσει την πίεση του – και πήγε στο κρεβάτι του. Πριν κλείσει το φως για να κοιμηθεί, έψαξε σ’ έναν παλιό χάρτη που είχε κρεμασμένο δίπλα στο κρεβάτι του, την Ελλάδα. Ήταν όντως στην Ευρώπη. Αλλά και πολύ κοντά στην Ασία. Έκλεισε το φως και κοιμήθηκε αμέσως. Λίγο μετά, ξύπνησε με μια υγρή αίσθηση στο πόδι του. Ήταν μερικές σταγόνες βροχής, που είχαν μπει από το ανοιχτό παράθυρο. Σηκώθηκε, έκλεισε το παράθυρο και ξανακοιμήθηκε ως το πρωί στις έξι.
Το επόμενη μέρα δεν είχε να κάνει πολλές δουλειές. Μόνο να περάσει από τη Josefina να πάρει το μερίδιο του. Έφτασε στο πόστο της στην πλατεία Ανεξαρτησίας. Του έδωσε 200 pesos και του πήρε την πίεση. Είχε ανέβει μια ολόκληρη μονάδα από την προηγούμενη μέρα. Το dulce de leche έκανε δουλειά. Ο Juan έφυγε χαρούμενος. Στη στάση του λεωφορείου δεν είχε μεγάλη ουρά. Στις δώδεκα έπιασε δουλειά στην calle Cerrito. Στις τρεις, φάνηκε στην αρχή του δρόμου ένα ζευγάρι Αμερικανών που κρατούσε φωτογραφικές μηχανές. Τηλεφώνησε γρήγορα στο σπίτι της αδελφής του και βγήκε στην είσοδο της Εθνικής Λοταρίας να προϋπαντήσει τα νέα θύματα του.

3

Ποιος λαός βγάζει τις πιο βαρετές φωτογραφίες;

Το πρώτο πράγμα που έκαναν ο Mariano και ο Filippo όταν λαχανιασμένοι έφτασαν στο σπίτι τους, ήταν να χαζέψουν τις φωτογραφίες που «έκρυβε» μέσα της η SONY. Η Josefina φώναζε να τρέξουν γρήγορα στον Pedro να του πουλήσουν τη μηχανή, πριν νυχτώσει και ξαμοληθεί στα μπαρ. Αυτοί όμως δεν την άκουγαν. Είχαν ήδη κλειστεί στον - εξωτερικό του σπιτιού τους - καμπινέ και χάζευαν την Μαρία και την Ειρήνη σε ναζιάρικες πόζες. Η Δήμητρα δεν ήταν πουθενά, μια και αυτή τραβούσε τις φωτογραφίες.
Οι πρώτες φωτογραφίες που είδαν ήταν τραβηγμένες στην calle Cerrito. Τρεις φωτογραφίες πριν το τέλος, μπορούσες πίσω από τα πρόσωπα της Μαρίας και της Ειρήνης, στο βάθος, να διακρίνεις τον Mariano και τον Filippo. Τραγική ειρωνεία. Οχτώ φωτογραφίες πριν το τέλος, η ψιλόλιγνη και χωρίς δόντια φιγούρα του θείου τους του Juan, δέσποζε στο κάδρο. Στη συνέχεια, τα δυο αγόρια προσπέρασαν δεκάδες φωτογραφίες με τοπία της αργεντίνικης πρωτεύουσας. Τοπία στα οποία δεν είχαν βρεθεί ποτέ τους, αλλά που είχαν δει εκατοντάδες φορές σε αντίστοιχες μηχανές που είχαν βρεθεί στα χέρια τους, ύστερα από μια επιδρομή στην calle Cerrito. Η plaza de Mayo, η casa Rosada, η συνοικία του San Telmo, η Boca με τα πολύχρωμα από ελλενίτ σπίτια, το puerto Madero… Δεν τους συγκινούσαν αυτού του τύπου οι φωτογραφίες. Προτιμούσαν αυτές με τις κοπέλες. Κοντοστάθηκαν σε κάποιες που η Μαρία έπαιρνε μαθήματα ταγκό. Αυτές μάλιστα. Εκτός από τη Μαρία σε ακροβατικές στάσεις, περιείχαν και άλλα γυναικεία κορμιά. Το ενδιαφέρον τους τράβηξε επίσης, μια σειρά φωτογραφιών με την Ειρήνη να περνά την λεωφόρο 9ης Ιουλίου. Αυτές τους εξήψαν την περιέργεια όχι τόσο για την Ειρήνη, όσο γιατί ήταν ένα όνειρο τους να διασχίσουν τον πλατύτερο δρόμο του κόσμου. 
Μετά και απ’ αυτή την «ξενάγηση» στο Buenos Aires, τα δυο αγόρια πλησίασαν σ’ αυτό που από την αρχή αναζητούσαν. Από την calle Cerrito ακόμη, όταν πρωτοείδαν τα υποψήφια θύματα τους, μια σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό τους. Είχαν καιρό να «χτυπήσουν» νεαρά κορίτσια. Τον τελευταίο καιρό, όλο τους τύχαιναν κάτι υπερήλικες με βαρετές φωτογραφίες ή κάτι Γιαπωνέζοι με λατρεία στα μνημεία. Η εμπειρία τους μάλιστα έλεγε πως τις πιο αδιάφορες φωτογραφίες βγάζουν οι Αμερικάνοι. Τώρα τα πράγματα όμως έδειχναν να διαφέρουν. H φωτογραφία που εύχονταν να υπάρχει «μέσα» στη SONY, απλωνόταν μπροστά στα λαίμαργα μάτια τους. Η Μαρία και η Ειρήνη με τα μπικίνι τους, ξαπλωμένες σε μια παραλία.
Ο Mariano και ο Filippo, με μια τόσο συγχρονισμένη  κίνηση, σαν να ήταν συνεννοημένοι, ξεκούμπωσαν το παντελόνι τους και έβγαλαν έξω τα ακόμη άγουρα μόρια τους. Άρχισαν να τα χτυπάνε με μανία. Μπρος πίσω, πίσω μπρος και ξανά και ξανά και ξανά… Απ’ έξω ακουγόταν η Josefina να φωνάζει για τον Pedro, πως αν δεν τον προλάβαιναν σήμερα, αύριο μπορεί να τους έδινε λιγότερα pesos. Τα δυο αγόρια όμως ήταν πολύ μακριά. Ταξίδευαν πάνω σε δυο ελληνικά κορμιά ξαπλωμένα στην αργεντίνικη άμμο. Τους ήταν αδύνατον ν’ ακούσουν τη μητέρα τους. Πρώτος «τελείωσε» ο Filippo. Ο Mariano δεν άργησε να ακολουθήσει. Και οι δυο είχαν πιτσιλίσει τις κόκκινες και μπλε ρίγες στις μπλούζες τους. Τις έβρεξαν με λίγο νερό και σκούπισαν με χαρτί το παχύρρευστο υγρό. Ανακουφισμένοι, κούμπωσαν το παντελόνι τους, έκλεισαν την μηχανή και ξεκλείδωσαν τον καμπινέ.  
Τον Pedro τον πρόλαβαν στο σπίτι του. Δεν είχε ακόμη φύγει για τη βραδινή του τσάρκα στα μπαρ του λιμανιού. Του έδωσαν την φωτογραφική και για αντάλλαγμα αυτός τους έδωσε 200 pesos Ουρουγουάης. Τα δυο αγόρια, γνωρίζοντας πως ο Pedro είχε όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό του ζήτησαν μια χάρη.
Στη διαδρομή για το σπίτι ξεκίνησε μια καλοκαιρινή μπόρα. Τα αγόρια έτρεξαν για να περισώσουν τα δυο τυλιγμένα σαν πάπυρο χαρτιά που κρατούσαν. Όταν έφτασαν έβρεχε ακόμη. Έδωσαν στη Josefina τα 200 pesos. Αυτή γκρίνιαξε λίγο. Περίμενε τουλάχιστον 250. Αμέσως μετά πήγαν στη σάλα, όπου κοιμόντουσαν. Έβγαλαν τα ρούχα τους και ξάπλωσαν με το βρακί. Ξετύλιξαν τους πάπυρους που είχαν φέρει μαζί τους. Η Μαρία και η Ειρήνη ξεπρόβαλλαν με τα μπικίνι τους, ξαπλωμένες στην άμμο. Τα χρώματα είχαν λίγο αλλοιωθεί από το νερό της βροχής, αλλά τα σώματα εξακολουθούσαν να είναι εκεί, όπως και πριν. Οι εκτυπωμένες, σε φτηνό χαρτί, φωτογραφίες μπήκαν κάτω από τα μαξιλάρια του Mariano και του Filippo. Εκείνο το βράδυ, τα δυο αγόρια είδαν τα ωραιότερα όνειρα που είχαν δει ως εκείνη τη στιγμή της ζωής τους.
Το πρωί ξύπνησαν και η πρώτη κίνηση που έκαναν ήταν να πάνε στον καμπινέ. Πήραν φυσικά μαζί τους και τις φωτογραφίες των κοριτσιών. Επανέλαβαν την χθεσινοβραδινή χορογραφία. Μπρος πίσω, πίσω μπρος και ξανά και ξανά και ξανά… Αυτή τη φορά πρώτος «τελείωσε» ο Mariano και ακολούθησε ο Filippo.
Οι επόμενες ώρες πέρασαν βαρετά. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Ο θείος Juan τους καλούσε. Μόλις ξεπρόβαλλαν στην calle Cerrito και είδαν το ζευγάρι των Αμερικανών στοιχημάτισαν πως οι φωτογραφίες τους θα ήταν τουλάχιστον ανιαρές. Όσο τους πλησίαζαν, η ανάμνηση των κορμιών της Μαρίας και της Ειρήνης πλημμύριζε τα αθλητικά σορτσάκια τους. Σήμερα ήταν ντυμένοι με τα χρώματα της Μίλαν. Μαύρο και κόκκινο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου