Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Τα φουσκωτά μανίκια της Mme Pratt και άλλες συναντήσεις


Μπαίνω για πρώτη μου φορά σ’ αυτό το κτίριο που το έχουν φτιάξει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι ελληνικό. Κολώνες τύπου Παρθενώνα και γύρω-γύρω τα ονόματα όλων των σωτήρων του έθνους. Φοβάμαι. Φοβάμαι γι’ αυτό που θα μου συμβεί εκεί μέσα, φοβάμαι γι’ αυτό που αντικρίζω εδώ έξω. Φοβάμαι κι είμαι κουρασμένη. Χτυπάω το κουδούνι κι ο φόβος έχει φτάσει στα ακροδάχτυλα μου. Και στη φωνή μου. Κάνει κρύο. Η πόρτα ανοίγει αυτόματα. Ψηλοτάβανος χώρος, στα δεξιά μου το θυρωρείο-η loge που λένε και οι Γάλλοι. Περπατάω προς τα  εκεί. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα μου απευθύνεται στα γαλλικά μεν, με μια απροσδιόριστη προφορά δε. Μου συστήνεται. Είναι η Madame Pratt, μεγαλωμένη στη Νορμανδία με ρουμάνικη καταγωγή. Τώρα εξηγούνται όλα. Και η προφορά και η αμφίεση. Μπλούζα με φουσκωτά μανίκια, έτοιμα να πετάξουν, φαρδιά μακριά φούστα.
Με ξεναγεί. Στο υπόγειο τα πλυντήρια, οι μηχανές του καφέ, το ping-pong. Κάποια κορίτσια πλένουν τα ρούχα τους, κάποια αγόρια παίζουν ping-pοng. Σκέφτομαι πως έτσι πρέπει τα κορίτσια στη μπουγάδα και τ’ αγόρια στη διασκέδαση. Γελάω. Εσωτερικά. Εξωτερικά μοιάζω χαμένη, λέω τα μισά στα ελληνικά, τα μισά στα γαλλικά κι όλ’ αυτά διαμεσολαβημένα απ’ τα ρουμάνικα που φυσικά δεν ξέρω. Χάνομαι μέσα στα μανίκια της Madame Pratt. Ταξιδεύω ως το χωριό που γεννήθηκε, πετάω πάνω από το πατρικό της. Τη βλέπω να πηγαίνει πρώτη μέρα στο σχολείο και μετά τη βλέπω να ξεκλειδώνει μια πόρτα. Με τη γνωστή πια στ’ αυτιά μου προφορά της, μου ανακοινώνει ότι η πόρτα που ξεκλειδώνει είναι η πόρτα του καινούριου μου δωματίου. Έχει τον αριθμό 112. Σκέφτομαι πως 1+1+2=4, 4 σημαίνει «Δ», για να δούμε όμως «Δ» και 4 τι θα σημάνουν. Το κλειδί στην πόρτα, η Madame Pratt μιλάει συνεχώς, δεν την ακούω εδώ και πολλή  ώρα, η πόρτα  ανοίγει. Μερικά λεπτά έχουν περάσει. Η Madame Pratt έχει φύγει, αφού μου έχει εξηγήσει πως λειτουργεί το  σύστημα ενδοσυνεννόησης με τη loge, μια και τηλέφωνο το δωμάτιο δεν έχει.
Είμαι μόνη μου. Μόνη στον κόσμο, δηλαδή μόνη σε 13 τ.μ. επιφάνεια. Ένα ξύλινο κρεβάτι, δύο καρέκλες, ένα τραπέζι που χρησιμεύει για γραφείο, μια πόρτα κι ένα παράθυρο. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ τίποτα παραπάνω, το βλέμμα μου έχει πέσει στο παράθυρο, ανοίγω τη σκουρόχρωμη κουρτίνα, τα σκοροφαγωμένα παραθυρόφυλλα και σκύβω έξω. Βλέπω δέντρα τεράστια, μαδημένα, μια και ο Οκτώβρης είναι προχωρημένος. Κι ένα χαλί από φύλλα σε όλα τα μεγέθη. Σκέφτομαι πως θα βγω να μαζέψω φύλλα να στείλω στους φίλους μου. Να  δουν τι βλέπω σαν ανοίγω το παράθυρο μου. Αν έβλεπα θάλασσα θα τους έστελνα έναν αστερία κι ένα κοχύλι. Τώρα όμως βλέπω φύλλα.
Συνειδητοποιώ ότι κρατάω ακόμη τις βαλίτσες στο χέρι. Τις  ακουμπάω κάτω, πιάνουν σχεδόν όλο το χώρο. Κοιτάω δεξιά μου και αριστερά μου. Τοίχοι βρώμικοι, η υγρασία σχηματίζει μορφές, οι κιτρινίλες απ’ τον καπνό στέλνουν σήματα βοήθειας. Θέλω να κάνω ένα μπάνιο, να βρέξω το κεφάλι μου. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να βγω απ’ το δωμάτιο, να διασχίσω το διάδρομο και να φτάσω στις ντουζιέρες. Η απόσταση  μου φαντάζει μεγαλύτερη κι απ’ αυτή που χωρίζει την Παναγία των Παρισίων από τον  πύργο του Άιφελ, κι ας μην έχω διανύσει ποτέ, ούτε τη μία, ούτε την άλλη. Σκέφτομαι πως πρέπει να αγοράσω ένα μπουρνούζι, για να διασχίζω καθημερινά το διάδρομο…
Επιστρέφω απ’ το μπάνιο. Το νερό ήταν μάλλον κρύο. Είμαι τυλιγμένη σε μια πετσέτα, κάθομαι χάμω, ανακούρκουδα, το κεφάλι χαμηλωμένο, η πετσέτα έχει αφήσει ακάλυπτη την πλάτη μου. Σκέφτομαι το κρύο νερό, τους κίτρινους τοίχους, τα 13 μου τ.μ. (1+3=4, πάλι «Δ», μα ποιος είναι αυτός ο «Δ»;), τις βαλίτσες που πρέπει να εξαφανιστούν αν θέλω να χωράω κι εγώ, τα φουσκωτά μανίκια της Madame Pratt… Κι όσο για το τι ακούω; Τα φύλλα φυσικά, να μου τραγουδάνε τη Μασσαλιώτισσα με ρουμάνικη προφορά, ανακατεμένη μ’ ένα fado της Rodriguez και με τη φωνή του Μάλαμα να μου υπενθυμίζει πως: «…χωρίς αυτή τη σκοτεινιά, τα χρόνια μένουν άδεια…».
Σηκώνομαι, ανοίγω τα φώτα. Η μια λάμπα είναι καμένη. Σιγά και μη δεν ήταν. Ακούγεται ο ήχος μιας καμπάνας. Μάλλον θα ’ναι η ιδέα μου. Οι ήχοι απ’ τις καμπάνες ανάκατοι στο μυαλό μου. Απ’ τον Άγιο Αντώνη στα Πατήσια, από την εκκλησία - φάντασμα της cité, απ’ τον Άγιο Στέφανο στον Περισσό. Ήχοι οικείοι κι ας μην υπήρξα θαμώνας τους. Ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα συγχρονίζεται με  τον ήχο του νερού που περνάει απ’ τους σωλήνες, το ντιν νταν της καμπάνας και τον ήχο  ενός σοβά που πέφτει στο τραπέζι.
Ανοίγω. Ένα κοριτσάκι με κορδέλα στα μαλλιά, μου λέει σε καθαρά γαλλικά, πως στο σαλόνι γίνεται γιορτή υποδοχής των καινούριων résidants. Είναι η εγγονή της Madame Pratt. Η τρίτη γενιά μεταναστών έχει ξεφορτωθεί την προφορά της πατρίδας της. Την ευχαριστώ. Ντύνομαι. Κατεβαίνω απ’ τις σκάλες. Μπαίνω στο σαλόνι. Δύο κοπέλες παίζουν πιάνο και τραγουδούν ελληνικά: «…πάμε σαν άλλοτε, πάμε σαν άλλοτε, πάμε…». Πάμε, ναι, πάμε, πού όμως;
Δίπλα μου κάθεται ένα αγόρι. Συστηνόμαστε. Είναι Πορτογάλος, τον λένε Rui. Φέτος, είναι η δεύτερη του χρονιά στη cité. Πέρσι, σε μια θύελλα ένα κλαδί απ’ τα μεγάλα δέντρα έσπασε κι έπεσε πάνω στο παράθυρο του. Έγινε θρύψαλα. Ευτυχώς ο ίδιος δεν ήταν μέσα. Με ρωτάει τι σπουδάζω. Σωστά βρίσκομαι εδώ για να σπουδάσω, το έχω όμως ήδη ξεχάσει. Το πιάνο παίζει ένα κλασικό γαλλικό κομμάτι: «…que sera, sera…»… Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει… Σωστά; Σωστά. Ο Rui φοράει στο κεφάλι ένα jockey και τρώει ένα πράσινο μήλο. Θέλω να του αρπάξω το μήλο απ’ τα χέρια μια και όλη μέρα είμαι νηστική. Όμως, δεν μ΄ αρέσουν τα μήλα.
Σηκώνομαι. Ο κόσμος έχει αραιώσει. Κάποιοι απ’ όλους αυτούς που είναι τώρα στο σαλόνι ίσως μια μέρα γίνουν φίλοι μου και κάποιοι άλλοι ίσως γίνουν εχθροί μου. Το πιάνο έχει σταματήσει κι εγώ λέω να πάω για ύπνο. Κοιτάζω για λίγο έξω απ’ τις μεγάλες τζαμαρίες. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο σαλόνι…
Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου. Ρίχνω μια τελευταία ματιά μέσα μου. Τα φώτα κλειστά. Να θυμηθώ αύριο να ζητήσω μία λάμπα για ν’ αλλάξω την καμένη. Ξαπλωμένη, προσπαθώ να κοιμηθώ. Δύσκολο. Αντί για προβατάκια, μετράω φουσκωμένα μανίκια, ξύλινα κρεβάτια, παράθυρα με θέα, γυμνές πλάτες, καμπαναριά, πρόσωπα μικρών κοριτσιών, πιάνα, πράσινα μήλα, καμένες  λάμπες και ξαπλωμένες κοπέλες. Όνειρα γλυκά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου