Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Η φέτα, ο καλύτερος μου εχθρός

Η Καίτη από μικρή δεν έτρωγε τυριά. Ούτε να τα βλέπει δεν ήθελε. Πόσο μάλλον να τα μυρίζει. Ο μόνιμος τσακωμός με τους γονείς της ήταν για τη φέτα. Η Καίτη δεν άντεχε την ύπαρξη της φέτας στο μεσημεριανό τραπέζι. Οι γονείς της όμως τη λάτρευαν. Η Καίτη τους εκβίαζε. Ή η φέτα ή εγώ.
Η Καίτη μεγάλωσε. Τώρα πια τσακωνόταν και με τους εραστές της για τη φέτα. Τελείωσε το σχολείο. Καλή μαθήτρια δεν ήταν ποτέ. Στις εξετάσεις δεν πέρασε. Γράφτηκε σε μια σχολή λογιστικής. Τους αριθμούς τους μισούσε όμως και για να τους εκδικηθεί, έκανε συνέχεια αναριθμητισμούς. Στο δεύτερο εξάμηνο τα παράτησε. Την επόμενη χρονιά γράφτηκε σε μια σχολή κομμωτικής. Κι εκεί όμως στάθηκε άτυχη. Σε μια άσκηση, άφησε παραπάνω ώρα τα μαλλιά μιας συσπουδάστριας της στο αλουμινόχαρτο και της τα έκαψε. Αυτό ήταν. Τα παράτησε. Ένας οικογενειακός φίλος τη σύστησε σε μια δουλειά…
Η Καίτη δούλευε στο super market ήδη τρία χρόνια. Στα ψυγεία. Στα τυριά. Είχε συνηθίσει πια την ψύχρα. Είχε συνηθίσει πια την μυρωδιά των τυριών στα μαλλιά και τα ρούχα της. Είχε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα του να κόβει ένα κομμάτι φέτα, κάθε που κάποιος πελάτης της ζητούσε. Φέτα όμως ακόμη δεν είχε φάει. Την έβγαζε από το ψυγείο, την έκοβε, την ξανάβαζε στη θέση της, αλλά ως εκεί.
Εκείνη τη μέρα είχε ξυπνήσει στις έξι, όπως κάθε πρωί άλλωστε. Στις εφτά έπιανε δουλειά. Σκούντηξε τον άντρα της - είχε στο εν τω μεταξύ παντρευτεί τον οικογενειακό τους φίλο, αυτόν που της είχε βρει τη δουλειά στο super market – σηκώθηκε, ετοιμάστηκε. Στις εφτά ήταν στο πόστο της. Πίσω από τα ψυγεία. Στα τυριά. Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα. Μέχρι τις δώδεκα δεν είχε πολλή κίνηση. Λίγες φέτες τυρί του τοστ, δύο κιλά έμενταλ, μερικά σακουλάκια τριμμένο τυρί, μισό κεφάλι γραβιέρα. Η φέτα ήταν στα αζήτητα. Εκεί που κουβέντιαζε με τη συνάδελφο της των αλλαντικών, για τους συζύγους τους, στέκεται μπρος της ένας πελάτης. «Τι θα θέλατε;», «Θα ήθελα μισό κιλό φέτα, τι έχετε να μου προτείνετε;»
Η Καίτη ατάραχη και χαμογελαστή, μέσα στην ολόλευκη στολή της, άνοιξε το ψυγείο. Έβγαλε τρία διαφορετικά είδη φέτας. Έκοψε μερικά κομματάκια από το καθένα. Τα κάρφωσε με χρωματιστά, πλαστικά πιρουνάκια. Του έκανε νεύμα να δοκιμάσει, ενώ αυτή άρχισε να πλέκει το εγκώμιο του κάθε είδους. Μέσα στη λεκτική της παράκρουση και χωρίς να το πολυκαταλάβει άρχισε να τρώει κι αυτή. Μίλαγε κι έτρωγε. Έτρωγε και μίλαγε. Άρχισε να κόβει κι άλλα μικρά κομμάτια. Και μίλαγε. Κι έτρωγε. Κι έκοβε. Ο πελάτης είχε σαστίσει. Κοίταγε σα χαμένος. Του έπεσε το τελευταίο πλαστικό πιρουνάκι από το χέρι. Κοιτούσε μια την Καίτη και μια τη συνάδελφο της των αλλαντικών, που κι αυτή με τη σειρά της κοιτούσε μια την Καίτη και μια τον πελάτη. Η Καίτη συνέχιζε να κόβει, να τρώει και να μιλάει. Όσο πέρναγε η ώρα, έκοβε όλο και πιο μεγάλες μπουκιές, μίλαγε όλο και πιο δυνατά. Οι διασκορπισμένοι στους διαδρόμους πελάτες άρχισαν να μαζεύονται γύρω από τα ψυγεία. Σε λίγα λεπτά ο κόσμος ήταν τόσος πολύς που αν ήθελες να δεις έπρεπε να πατήσεις στις μύτες των ποδιών σου, να χώσεις το κεφάλι σου ανάμεσα στους κουρασμένους ώμους των μπροστινών σου. Κι η Καίτη έκοβε, έτρωγε και μίλαγε. Τώρα πια ο λόγος της δεν περιοριζόταν στο εγκώμιο της φέτας. Είχε επεκταθεί στο στείρο μόριο του άντρα της, στα χαμηλά οπίσθια της συναδέλφου των αλλαντικών, στο στραβοκομμένο μουστάκι του πελάτη, στο καναρίνι του διπλανού της στην πολυκατοικία, στο δικό της ανενεργό αιδοίο και ξανά στη φέτα, στις χαλασμένες κονσέρβες τόνου και στα ληγμένα γάλατα, στις αξύριστες μασχάλες της προϊσταμένης, στο γκόμενο της γυναίκας του αφεντικού και ξανά στη φέτα και μετά πιο γενικά στη παγκοσμιοποίηση, στα παιδιά που πεινάνε στο Σουδάν, στην ευαισθησία των τοπ μόντελς, στα ναρκωτικά που τσακίζουν τους νέους και μετά ξανά στη φέτα και τη φέτα-μαϊμού της Ολλανδίας. Εκεί ακριβώς στη λέξη «Ολλανδίας», ήταν που η Καίτη κατέρρευσε. Είχε φάει πολλές μπουκιές φέτας. Είχε πασαλειφθεί από πάνω μέχρι κάτω. Έπεσε ξερή στο πάτωμα αγκαλιά με το τελευταίο μισόκιλο. Το έτριψε στη μούρη της, με τρόπο ώστε φρύδια, βλέφαρα και μουστάκια έγιναν κάτασπρα.
Ο κόσμος άρχισε να διαλύεται. Άλλοι συνέχισαν τα ψώνια τους κι άλλοι το έβαλαν στα πόδια. Η συνάδελφος των αλλαντικών δεν πίστευε το χαμό που επικρατούσε γύρω τους. Η Καίτη πήγε σπίτι της καθυστερημένη. Κανείς βέβαια δεν το κατάλαβε. Υπολείμματα της μάχης της με τη φέτα μπορούσες να διακρίνεις πια μόνο στα βλέφαρα της. Και λίγο στα νύχια της. Μπήκε στο μπάνιο. Όταν βγήκε, ο σύζυγος της είχε γυρίσει από τη δουλειά. Ούτε λέξη για τα μεσημεριανά. Έκλεισε το φως και κοιμήθηκαν.
Την άλλη μέρα ξύπνησε στις έξι, όπως κάθε μέρα άλλωστε. Στις εφτά έπιανε δουλειά. Στις εφτά ήταν στο πόστο της. Πίσω από τα ψυγεία. Στα τυριά. Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα.   
          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου