Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ο Παναγιώτης έχει κατάθλιψη


Είναι δυο μήνες τώρα που ο Παναγιώτης δε θέλει το πρωί να  σηκωθεί από το κρεβάτι του. Τυλίγεται στα σεντόνια και αρνείται να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. Προκειμένου να σηκωθεί, η γυναίκα του και ο στενός του συνεργάτης, Αλέξανδρος, περνούν τουλάχιστον μισή ώρα παρακαλώντας τον και υπενθυμίζοντας του το καθήκον του. Το βασικό πρόβλημα του Παναγιώτη είναι πως δε θέλει να πάει στη δουλειά του. Επισκέφτηκε κι έναν ειδικό γιατρό. Στην προσπάθεια του να καταγράψει το ιστορικό του ασθενούς, ο γιατρός απέσπασε από τον Παναγιώτη, την πληροφορία πως αυτό του είχε συμβεί άλλη μία φορά στο παρελθόν. Όταν ήταν μαθητής λυκείου. Και τότε, όπως και τώρα, δεν ήθελε το πρωί να  σηκωθεί από το κρεβάτι. Τότε, ήταν γιατί δεν ήθελε να πάει στο σχολείο. Είχε χρειαστεί μάλιστα, ο πατέρας του να δωροδοκήσει τον γραμματέα για να του σβήσει μερικές απουσίες. Τώρα όμως δεν ήταν το ίδιο. Κανείς δεν μπορούσε να του σβήσει τις απουσίες. Ύστερα από στενή παρακολούθηση ενός μήνα, ο γιατρός είπε στη γυναίκα και στον στενό συνεργάτη του Παναγιώτη: «Ο Παναγιώτης έχει κατάθλιψη».
Η γυναίκα του Παναγιώτη και ο Αλέξανδρος προβληματίστηκαν πολύ για το πώς έπρεπε να χειριστούν αυτό το λεπτό ζήτημα υγείας του ανθρώπου τους. Οι λύσεις ήταν δύο. Ή που ο Παναγιώτης θα έπρεπε να ανακοινώσει δημόσια το πρόβλημα του και να ζητήσει μια περίοδο χάριτος ή που θα έπρεπε, για προσωπικούς – χωρίς να τους ορίσει – λόγους, να παραιτηθεί. Η πρώτη λύση μπορεί να δημιουργούσε συναισθηματική εμπλοκή στον κόσμο. Να έδειχνε συμπάθεια και άρα και επιείκεια. Μπορεί όμως και να τον εξόργιζε. Γενικά ήταν μια λύση που ακριβώς επειδή απευθυνόταν στον κόσμο των συναισθημάτων, εμπεριείχε ένα μεγάλο ρίσκο. Τα συναισθήματα είναι απρόβλεπτα, αυθόρμητα και ασυγκράτητα. Η δεύτερη λύση ήταν μια λύση μετριοπαθής. Δεν εμπεριείχε κανένα ρίσκο, αλλά μια πορεία προδιαγεγραμμένη. Η θητεία του Παναγιώτη θα έληγε άδοξα και το χειρότερο, ο Παναγιώτης μπορεί σύντομα να έπεφτε σε χειρότερη μορφή κατάθλιψης. Ύστερα από συσκέψεις και διαβουλεύσεις, η απόφαση πάρθηκε. Ο Παναγιώτης θα ανακοίνωνε αυτό που του συνέβαινε. Ο ίδιος ήταν σύμφωνος. Σκεφτόταν πως από το μαρτύριο που τραβούσε τώρα, ακόμη και το λιντσάρισμα θα ήταν προτιμότερο.
Όλα ετοιμάστηκαν, η μέρα της ανακοίνωσης ήρθε και όλοι περίμεναν με ανυπομονησία να ακούσουν τι ήταν αυτό το τόσο σοβαρό που είχε να τους πει. Οι φήμες έδιναν και έπαιρναν. Εδώ και καιρό βέβαια, σε διάφορα πηγαδάκια συζητιόταν, πως κάτι δεν πήγαινε καλά, πως κλεινόταν για ώρες στο γραφείο του, πως δεν ήθελε να δει κανέναν, πως αργούσε το πρωί, όμως κανείς δεν φανταζόταν τέτοιο κακό. Κανείς δεν περίμενε μια τόσο προσωπική εξομολόγηση. Ο Παναγιώτης είχε ντυθεί απλά. Πουκάμισο, χωρίς γραβάτα και τζιν παντελόνι. Δεν είχε δίπλα του κανέναν. Εξάλλου κανείς δεν ήξερε αυτό που του συνέβαινε. Ήταν μόνος. Μόνος μα ευτυχισμένος.
«Δε θα σας καθυστερήσω πολύ. Σας κάλεσα εδώ σήμερα, για να σας πω κάτι πολύ απλό. Έχω κατάθλιψη. Χρειάζομαι να μείνω λίγο σπίτι μου. Φαντάζομαι έχει συμβεί σε όλους σας. Να ξυπνάτε το πρωί και να μη θέλετε να σηκωθείτε από το κρεβάτι. Θα μπορούσα να παραιτηθώ, όμως δε θέλω να τα παρατήσω. Θέλω να το πολεμήσω. Σας ζητάω απλά μια περίοδο χάρητος. Κι εγώ ένας από εσάς είμαι. Έχω κι εγώ τις μαύρες μου. Ξέρω πως έχετε την ανάγκη να είμαι δυνατός, χωρίς ελαττώματα και ελλείψεις, αλάνθαστος. Όπως τα παιδιά θέλουν τους γονείς τους. Όταν ένα παιδί ανακαλύπτει πως ο γονιός του δεν γνωρίζει τα πάντα ή πως είναι τρωτός, αρχικά απογοητεύεται. Στη συνέχεια όμως, αυτή του η ανακάλυψη τον βοηθάει να ενηλικιωθεί. Έτσι κι εσείς, ας με χρησιμοποιήσετε, για να βοηθήσετε στην πραγμάτωση της συλλογικής ενηλικίωσης. Ας υποθέσουμε πως είστε ανήλικοι και οι γονείς σας σας λένε πως θα λείψουν για ένα μικρό διάστημα και πως πρέπει να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας. Τι θα κάνατε τότε; Φαντάζομαι θα τα πηγαίνατε περίφημα. Θα εκτιμούσατε το ότι οι γονείς σας σας εμπιστεύτηκαν και δεν σας άφησαν στη γιαγιά. Θα θέλατε να φανείτε άξιοι της εμπιστοσύνης τους. Έτσι κι εγώ. Σας έχω εμπιστοσύνη. Είμαι σίγουρος πως θα τα βγάλετε μια χαρά πέρα. Δε θα σας αφήσω στη γιαγιά. Κι όταν γυρίσω, η σχέση μας θα είναι πιο δυνατή. Και μην ξεχνάτε, σας έχω εμπιστοσύνη!».
Αυτά τα λόγια του Παναγιώτη άγγιξαν κάποιες ευαίσθητες χορδές του κόσμου. Σύμμαχοι του και εχθροί του συμφώνησαν πως για πρώτη φορά κάποιος τους μιλούσε ειλικρινά. Σαν κανονικός άνθρωπος. Τους έδειχνε εμπιστοσύνη, δεν παρουσιαζόταν ως σωτήρας, ως κάποιος πιο έξυπνος, πιο ισχυρός, πιο ικανός. Όλοι θέλησαν να βοηθήσουν τον Παναγιώτη σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του. Κι όλοι έβαλαν έναν σκοπό. Να τον βγάλουν ασπροπρόσωπο. Ήθελαν όταν γυρίσει, όλα να είναι στη θέση τους. Και ακόμη καλύτερα.       
Ο Παναγιώτης από την άλλη, ησύχασε. Το πρωί ξυπνούσε και άραζε στον καναπέ. Έπαιζε play station, τρώγοντας πατατάκια με ρίγανη. Μετά, πήγαινε με τους φίλους του για τσίπουρα. Το απόγευμα μελετούσε βοτανολογία και αρχειοθετούσε τα νέα αποκτήματα των συλλογών του. Εδώ και έξι χρόνια τις είχε σχεδόν εγκαταλείψει, όπως είχε εγκαταλείψει οτιδήποτε είχε σχέση μ’ αυτόν. Τα ενδιαφέροντα του. Τους φίλους του. Τις διασκεδάσεις του. Δεν είχε καν δικαίωμα στο ρεπό. Τώρα ξαναανακάλυπτε τη ζωή. Και κυρίως δεν ενημερωνόταν με κανέναν τρόπο για το τι γίνεται στον κόσμο. Χρειαζόταν λίγη απόσταση.
Έτσι δεν είχε μάθει κάποια μικρά αλλά σημαντικά πράγματα που είχαν συμβεί στον τόπο του. Τα παρκαρισμένα αμάξια είχαν εξαφανιστεί από τα πεζοδρόμια. Επίσης, τα σκατά των σκύλων από τα πάρκα. Τα σκουπίδια από τις παραλίες. Οι ταξιτζήδες και οι περιπτεράδες δεν σε έκλεβαν στα ρέστα. Τα μπαρ δεν είχαν μπόμπες. Οι κρεοπώληδες και οι τυρέμποροι έβαζαν ακριβώς τις ποσότητες που τους ζητούσες και όχι εκατό γραμμάρια παραπάνω. Στις λαϊκές δε σου έβαζαν σάπια φρούτα στο κάτω μέρος της σακούλας. Οι οδηγοί δεν κόρναραν με το παραμικρό. Στις δημόσιες υπηρεσίες δε σου έπαιρναν τη θέση στην ουρά. Ούτε στα σουβλατζίδικα. Κανείς δεν κατουρούσε στη θάλασσα. Τέλος, στα εστιατόρια δεν σου σέρβιραν προτηγανισμένες πατάτες και χθεσινό φαγητό.
Είχαν ήδη περάσει έξι μήνες από την ανακοίνωση του Παναγιώτη και πια η απουσία του είχε περάσει στη φάση της κανονικότητας. Τα πράγματα κυλούσαν ομαλά. Ήταν όλα στη θέση τους. Και ακόμη καλύτερα. Τα παιδιά δεν έκαναν σκανταλιές, μια και δεν υπήρχε κάποιος να τους μαλώσει. Είχαν εκτιμήσει την εμπιστοσύνη που τους είχε δείξει ο γονιός τους και είχαν μπει στη φάση της ενηλικίωσης. Ζούσαν πια μακριά του και τους αρκούσε να μαθαίνουν πως είναι καλά στην υγεία του. Πράγμα που μάθαιναν από κάποια ρεπορτάζ στα δελτία ειδήσεων και από τα αφιερώματα των περιοδικών. Ο Παναγιώτης ήταν καλά. Είχε βρει τον χαμένο εαυτό του. Τα πρωινά σηκωνόταν με όρεξη από το κρεβάτι. Ήταν πολύ δραστήριος. Ο γιατρός του ήταν αισιόδοξος. Κι όταν πάνω στο χρόνο, ήρθε ανακοίνωση από το γραφείο του, πως θέλει να κάνει μια δημόσια παρέμβαση, ο κόσμος χάρηκε πολύ μ’ αυτή την επικείμενη επίσκεψη.   
Ο Παναγιώτης είχε ντυθεί επίσημα. Με κουστούμι και γραβάτα. Δεξιά του και αριστερά του κάθονταν κάποιοι συνεργάτες του, ο Αλέξανδρος και φυσικά η γυναίκα του. «Σας κάλεσα εδώ σήμερα για να σας πως κάτι πολύ σημαντικό. Είμαι καλά, πολύ καλά και από αύριο κιόλας θα επιστρέψω στο πόστο μου. Μας περιμένουν νέοι αγώνες. Μαζί θα οικοδομήσουμε ένα καλύτερο αύριο. Μαζί θα πορευτούμε και θα αντιμετωπίσουμε τις νέες προκλήσεις της παγκόσμιας αγοράς. Μαζί θα οδηγήσουμε τη χώρα μακριά από το τέλμα, που κληρονομήθηκε από σφάλματα του μακρινού παρελθόντος. Από αύριο μας περιμένει δουλειά. Πολύ δουλειά!». 
Ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Δεν ήθελε την επιστροφή του Παναγιώτη. Πόσο μάλλον αυτού του Παναγιώτη. Τα παιδιά είχαν μάθει να ζουν μακριά από τους γονείς τους και κανείς δεν μπορούσε να τους στερήσει αυτή την ελευθερία. Ήθελαν να παραμείνουν μακριά. Μακριά και αγαπημένοι. Δεν γινότανε να ξαναζήσουν στο ίδιο σπίτι. Ο Παναγιώτης λιντσαρίστηκε. Ο κόσμος χύθηκε στους δρόμους. Η πόλη παραδόθηκε στις φωτιές και στο πλιάτσικο. Το σύνθημα ήταν ένα: «Παναγιώτη, γύρνα σπίτι».
Έτσι και έγινε. Ο Παναγιώτης γύρισε σπίτι. Σαν καλός γονιός άφησε τα παιδιά του ελεύθερα να πάρουν το δρόμο τους. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κι όταν ο Παναγιώτης πέθανε, τον κήδεψαν με τιμές, όπως άρμοζε στο αξίωμα του. Κι ο γιος του πήρε τιμητικά τον τίτλο του. Έναν τίτλο τυπικό, που για λόγους τάξης έπρεπε κάποιος να τον φέρει. Ο πρωθυπουργός της χώρας.

1 σχόλιο: